Frederick Brooks

Ο Frederick Brooks ξεκίνησε την πορεία του στην Επιστήμη των Υπολογιστών με μια φιλοσοφία που διέφερε ριζικά από την κυρίαρχη τάση της εποχής του. Ενώ τη δεκαετία του ‘60 η έμφαση δινόταν στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και την αυτοματοποίηση, ο Brooks πίστευε ακράδαντα στην “Ενίσχυση Νοημοσύνης” (Intelligence Amplification - IA). Ως ιδρυτής του τμήματος Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας (UNC), οραματίστηκε συσκευές εισόδου που δεν θα περιορίζονταν στην πληκτρολόγηση εντολών, αλλά θα επέτρεπαν στους επιστήμονες να χρησιμοποιούν τη φυσική τους διαίσθηση και την αίσθηση της αφής για να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα [1].
Το magnum opus της ερευνητικής του καριέρας στον τομέα της αλληλεπίδρασης ήταν το Project GROPE. Ξεκινώντας από το 1967, ο Brooks και η ομάδα του προσάρμοσαν έναν τεράστιο μηχανικό βραχίονα (τον Argonne ARM) για να δημιουργήσουν την πρώτη συσκευή εισόδου με 6 βαθμούς ελευθερίας (6DoF) και ανάδραση δύναμης. Στόχος του δεν ήταν απλώς η “είσοδος” δεδομένων, αλλά η δημιουργία ενός συστήματος όπου οι βιοχημικοί θα μπορούσαν να “πιάσουν” ψηφιακά μόρια και να “νιώσουν” τις ηλεκτροστατικές δυνάμεις που τα απωθούν ή τα έλκουν. Με αυτόν τον τρόπο, μετέτρεψε αφηρημένα μαθηματικά δεδομένα σε απτή φυσική εμπειρία [2].
Η καθοριστική στιγμή για την αναγνώριση του έργου του ήρθε το 1990, με τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του Project GROPE. Ο Brooks απέδειξε ερευνητικά ότι η προσθήκη της απτικής ανάδρασης (force feedback) σε μια συσκευή εισόδου βελτίωνε την απόδοση των χρηστών σε σύνθετες εργασίες κατά σχεδόν 50%. Η εργασία αυτή αποτέλεσε το θεμέλιο για την ανάπτυξη της Εικονικής Πραγματικότητας (VR) και καθιέρωσε την ανάγκη για συσκευές που υπερβαίνουν την όραση, επηρεάζοντας τον σχεδιασμό χειριστηρίων από την ιατρική ρομποτική μέχρι τη βιομηχανία του gaming [3].

Το ενδιαφέρον του Brooks εστιάστηκε στο πώς η τεχνολογία μπορεί να γίνει “αόρατη”. Ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για τη σημασία της χαμηλής καθυστέρησης (latency) στις συσκευές εισόδου. Κατάλαβε ότι αν η συσκευή (ο βραχίονας) δεν αντιδρούσε ακαριαία στην κίνηση του χεριού, η ψευδαίσθηση της πραγματικότητας κατέρρεε. Οι αρχές που διατύπωσε για τον συγχρονισμό κίνησης και εικόνας παραμένουν Ευαγγέλιο για τους μηχανικούς hardware μέχρι και σήμερα [4].
Η συμβολή του Frederick Brooks δεν περιορίζεται μόνο στην κατασκευή του πρώτου απτικού συστήματος. Ο τρόπος με τον οποίο άλλαξε την αντίληψή μας για το τι σημαίνει “χειρισμός υπολογιστή” ήταν η κύρια παρακαταθήκη του. Πριν από τον Brooks, η είσοδος δεδομένων ήταν μια νοητική, αφηρημένη διαδικασία. Με τις καινοτομίες του, βοήθησε να εξελιχθεί η “συσκευή εισόδου” σε εργαλείο ενσώματης αλληλεπίδρασης. Οι θεωρίες του για την αμφίδρομη επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής αποτελούν τη βάση για κάθε σύγχρονη συσκευή που δονείται, αντιστέκεται ή αντιδρά στο άγγιγμά μας [5].
Βιβλιογραφία
[1] Rheingold, H. (1991). Virtual Reality. Summit Books. (Chapter on UNC and Brooks).
[2] Brooks, F. P., et al. (1990). "Project GROPE - Haptic Displays for Scientific Visualization." Computer Graphics, 24(4), 177–185.
[3] Brooks, F. P. (1977). "The Computer 'Scientist' as Toolsmith: Studies in Interactive Computer Graphics." IFIP Congress, 625–634.
[4] Brooks, F. P. (1999). "What's Real About Virtual Reality?" IEEE Computer Graphics and Applications, 19(6), 16–27.
[5] Sutherland, I. E. (1965). "The Ultimate Display." Proceedings of IFIP Congress. (Brooks often cited Sutherland as a key inspiration for physically interactive displays).